Η επαφή μας με τους άλλους ανθρώπους, ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε ή έλλειψη αλληλεπίδρασής, είναι κάτι που επηρεάζει βαθιά την εμπειρία της ζωής μας. Με εντυπωσιάζει όμως, πόσο πολλοί άνθρωποι λένε ότι θέλουν κάτι ή προσπαθούν να δημιουργήσουν κάτι στην σχέση τους, ενώ στα αλήθεια κάνουν το αντίθετο. Πολλές φορές, έχουμε μια εικόνα, μια φαντασίωση, για το πώς θέλαμε να σχετιζόμαστε με τους άλλους, αλλά συμπεριφερόμαστε με τρόπους που λειτουργούν αντίθετα και μας βλάπτουν.
Θέλουμε αγάπη και ασφάλεια, αλλά χρησιμοποιούμε τους άλλους.
Θέλουμε αποδοχή και σεβασμό, αλλά προσπαθούμε να επιβληθούμε.
Θέλουμε ισότητα και αναγνώριση, όμως δινόμαστε ολοκληρωτικά στον άλλον.
Θέλουμε να μην είμαστε τόσο μόνοι και κρεμόμαστε από όποιον βρούμε διαθέσιμο.
Διαβάζοντας τις πιο πάνω γραμμές, όλοι λίγο πολύ, μπορούμε να καταλάβουμε την αντίθεση σε αυτές τις δηλώσεις. Όταν το ζούμε όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
Ένας θεραπευόμενος μου, που το κύριο θέμα του είναι οι σχέσεις και πως μπορεί να κάνει μια σχέση ουσίας και συντροφικότητας με μια γυναίκα, αποκαλούσε την πρώην φιλενάδα του ως «πατερίτσα», καθώς και για όλους τους ανθρώπους που ήταν σημαντικοί γι’ αυτόν, είχε και μια υποτιμητική έκφραση. Η υπεροπτική αυτή στάση δεν του επιτρέπει να συναντήσει τους άλλους. Χρειάστηκε να βιώσει την ευαλωτότητα του, για να πάει στο επίπεδο της καρδίας.
Μια άλλη θεραπευόμενη μου, μου έστελνε μυριάδες μηνύματα και με έπαιρνε πολλές φορές την ημέρα τηλέφωνο σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όπως το ίδιο έκανε και με άλλους ανθρώπους, από ότι μου είπε. Το βασικό της αίτημα είναι να μπορεί να φροντίζει τον εαυτό της και να σταματήσει να έχει έντονους πόνους, που είναι ψυχοσωματικοί (οι γιατροί δεν βρήκαν τίποτα παθολογικό). Ο τρόπος που επικοινωνούσε μαζί μου, τόσο επιτακτικά, με έκανε να νιώθω σαν να ήμουν ένα χάπι, που ήθελε να το πάρει για να νιώσει καλά για λίγο. Η ένταση της επιθυμία της για επαφή και οι πόνοι στο σώμα της είχαν μεγάλη σύνδεση για μένα. Έδειχναν πόσο βίαια βιώνεται η έλλειψη επαφής και αγάπης, που όταν δεν τα έχουμε λάβει, δεν μπορούμε να πάμε στην αυτορρύθμιση τον συναισθημάτων μας. Χρειαζόταν λοιπόν να πάρει στοργή και αγάπη μέσα σε ένα πλαίσιο, που αναγνωρίζει την ανάγκη της για επαφή, αλλά και αυτή αναγνωρίζει τον άλλον ως πρόσωπο (όχι ως χάπι). Όταν ο θεραπευτής αναγνωρίζει, αποδέχεται και ικανοποιεί τις ανάγκες της μέσα στο πλαίσιο της θεραπείας, μαθαίνει ότι μπορεί να παίρνει συνειδητά, τότε και η ίδια αποδέχεται τα αισθήματα της και μπορεί να τα εξισορροπεί ακόμα και όταν δεν υπάρχει κάποιος εκεί.
Θέλουμε να είμαστε σε σχέση με τους άλλους και αυτό μας οδηγεί στο να δουλέψουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό. Γι’ αυτό μέσα στην σχέση ασκούμαστε, είναι μια άσκηση της ψυχής, μια πνευματική εργασία. Αυτή η εργασία όταν γίνεται με ειλικρινή κίνητρα, μας μαθαίνει να μην εξαπατούμε και να μην εξαπατούμαστε. Μπορούμε να συλλάβουμε το αληθινό μας πρόσωπο, να γειώσουμε την ματαιοδοξία μας – να γίνουμε πιο ταπεινοί – και να δουλέψουμε ώστε να μαλακώσουν οι γωνίες του.
Αυτός που χρησιμοποιεί τους άλλους δεν συναντά ποτέ το πρόσωπο του. Αρνείται να αναγνωρίσει την αξία των άλλων και έτσι παίζει ένα παιχνίδι στημένο, δεν εξελίσσεται. Αυτός που διαρκώς χρησιμοποιείται από τους άλλους αποφεύγει να δει και να αναγνωρίσει τις δικές του ανάγκες και να υπάρξει στην σχέση ως ξεχωριστός και όχι ως ενσωματωμένος.
Οι ανθρώπινες σχέσεις χρειάζονται ισότητα και ελευθερία, αυτό θα έλεγα ότι είναι και το δομικό τους συστατικό, το οξυγόνο τους. Χρειάζεται όμως να δουλέψουμε με τον εαυτό μας για να φτάσουμε εκεί, όπως ο άντρας στο πρώτο παράδειγμα, χρειαζόταν να μάθει την ισότητα και η γυναίκα στο δεύτερο παράδειγμα, πώς να είναι ελεύθερη από την διαρκή της ανάγκη για τους άλλους.
Γι’ αυτό η αγάπη δεν φτάνει. Ούτε οι καλές προθέσεις.
Στεφανία Ελένη Διοματάρη
Ψυχολόγος (BSc) | Σωματική Ψυχοθεραπεύτρια
Εξειδίκευση στο ψυχικό τραύμα & τη θεραπεία μέσω σώματος





